13.10.11

"Ο Ελάχιστος εαυτός φωτίζει τη Βροχή από κάτω"


Απόσταγμα σκέψεων μηνών που βρήκανε χρόνο και τόπο να εκφραστούν. 

Ο "Ελάχιστος εαυτός" φωτίζει τη "Βροχή από κάτω", και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου εκτοξεύει την φολκλόρ μουσική σε άλλο επίπεδο. Άρθρο για το διαδικτυακό μουσικό περιοδικό musicpaper.gr, σε αρχισυνταξία και επιμέλεια του Μιχάλη Γελασάκη.




23.5.11

ακούγοντας ξανά ξανά και ξανά, κατέληξα στο εξής, ίσως και ασυνάρτητο, μέσα στη μέθη του δικού μου μυαλού: ο "ελάχιστος εαυτός" του θανάση δεν είναι παρά η "βροχή από κάτω" με ένα ωραιότατο περιτύλιγμα πολύ μεγαλύτερης εξωστρέφειας. και μόνο το γεγονός πως ο νίκος βελιώτης είχε ανάμιξη στον δεύτερο, ίσως να συνηγορεί σε αυτό. ο ελάχιστος εαυτός είναι το ίδιο συμπαντικός, εδώ ωστόσο ο θανάσης μας άφησε να συμμετάσχουμε λίγο περισσότερο, μπαίνουμε κ μεις λίγο μέσα στο παιχνίδι και χαιρόμαστε. αφού λοιπόν το κόλπο του θανάση πέτυχε, αγαπήσαμε τόσο τον ελάχιστο και δεχθήκαμε να παιδέψουμε και τον δικό μας εαυτό να πατήσουμε το replay άπειρες φορές, ας επιστρέψουμε και στην δύσκολη "βροχή από κάτω", στην βροχή που δεν είναι για πολλούς μαζί αλλά για έναν μόνο του ξεκάθαρα, για την οποία τόσο κατηγορήθηκε ο θανάσης, τον στήσαμε στον τοίχο κι αρνηθήκαμε να τον ακούσουμε, πώς να δεχθεί κανείς τη μετάβαση από τα ζωντανά στην βροχή άλλωστε. πώς να το κάνουμε, ο θανάσης είναι ο πεχλιβάνης αλλά είναι και, ίσως και βαθύτερα, ο σκύλος των άστρων, η άυπνη πόλη, η βροχή από κάτω, ο ελάχιστος. όπως και ο σωκράτης δεν είναι (μόνο) η πριγκηπέσσα και τα πάγια αλλά ο μεθυσμένος κήπος, ο λαβύρινθος, τα σίδερα του έρωτα. κανένα από αυτά δεν είναι τραγούδια συναυλιακά, ραδιοφωνικά, καλώς ή κακώς, είναι όμως βγαλμένα βαθιά, από τα έγκατα, είναι για μένα, για σένα, όχι μαζί αλλά μόνοι.


17.3.11

Στο ίδιο τραπέζι ένας κυνηγός κι ένας ψαράς.

Λέει ο κυνηγός: “οι κραυγές των ζώων που σκότωσα αρχίζουν και λεκιάζουν την ψυχή μου”.

Κι ο ψαράς: “δώσ' μου τις φωνές των ζώων και πάρε τη σιγή των ψαριών”.


θανάσης παπακωνσταντίνου_"ο ελάχιστος εαυτός"_hidden track



1.3.11

ο ελάχιστος εαυτός

έχοντας τα χέρια μες στις τσέπες του βλέπει κάπου μακριά

τη θάλασσα να φλέγεται΄γελά.

Τον εμπρηστή τον αναγνώρισε - τι κι αν έφευγε σκυφτός -

τα λαθάκια του τα έκανε κι αυτός.

Σε λίγο, όμως, μια σκέψη ακατάβλητη του γαζώνει τα μυαλά,

ιδρώνουνε τα χέρια του ξανά.

Τον εμπρηστή τον αναγνώρισε - τι κι αν έφευγε σκυφτός -

γιατί ήταν ο ελάχιστος εαυτός.


ο ελάχιστος εαυτός, ο τρελός χορευτής, η κιβωτός των κινήσεων, ο ιχνηλάτης του βέγα. Το πιο ανυπάκουο απ' τα δύο φαντάσματα, εκείνο που είναι του Εγώ το ωμέγα. Είδε την πρώτη ημέρα που χάραξε – απ' όπου ξεκίνησαν τα μυστήρια όλα – γι' αυτό έχει γίνει βέβηλος κι άναρθρος κι αέρας αγιάτρευτος που κουνάει τα δόντια.

Όταν φοβάται τα μαλλιά του αλλάζουνε και γίνονται τένοντες ζώου κυνηγημένου, βελόνες στο δάσος με τ' απόδημα πεύκα ή ακόμα και σώματα στις ράγες του τρένου. Κι ενώ μπορεί να αναγνωρίσει σπαράγματα δε λέει να ξεχωρίσει τη φρίκη απ' το φιρίκι.

Λερώνει με τα πόδια τον ψεύτη ουρανό και κλέβει από την κόλαση ό,τι του ανήκει.

Ο ελάχιστος, λέμε, ο νοσταλγός της αρχής, που το άσπρο στο μάτι του έχει γεμίσει με βρύα, ο ξενιστής των ονείρων, που αλλοιώνει τα σχήματα κι αναγκάζει τον χώρο να παθαίνει ναυτία.

Ο μονοσάνδαλος είλωτας, το άξαφνο ράγισμα, η πόλη, όπου τα κτίρια δεν έχουνε πόρτα, η ένρινη φάλαινα, το κήτος του Ιωνά, το άγριο κόχλασμα που ετοιμάζει τα χόρτα. Αυτός ο ελάχιστος, αυτός ο εαυτός, ίδιος με θόρυβο ψυγείου σ' άδειο σπίτι, που δένει αρμονικά με τον άλλον, του σύμπαντος, και υφαίνουν τον τρόμο και μετά την πίστη.

Παγώνει τον χρόνο, παγώνει το αίμα,

δεν εξελίσσεται,

δεν ερμηνεύει.

Βουτάει τα δάχτυλα στο μέλι της ζωής

κι αυτιστικά – θαρρείς – για πάντα το αναδεύει.


"ο ελάχιστος εαυτός"_θανάσης παπακωνσταντίνου

15.12.10

Μένω φυλακισμένος σε ό,τι δεν έιναι ο εαυτός μου. Αν αποφεύγω αυτή τη φυλακή θα κλειστώ σε άλλη: σ ' εκείνη που ίσως να είναι ο ίδιος ο εαυτός μου. Κι αν οι δυο φυλακές είναι η ίδια, τότε δεν ξέρω ποιος θα μπορούσε να είμαι.

Silentius Carcerum