Απόσταγμα σκέψεων μηνών που βρήκανε χρόνο και τόπο να εκφραστούν.
13.10.11
"Ο Ελάχιστος εαυτός φωτίζει τη Βροχή από κάτω"
Απόσταγμα σκέψεων μηνών που βρήκανε χρόνο και τόπο να εκφραστούν.
23.5.11
17.3.11
1.3.11
ο ελάχιστος εαυτός
έχοντας τα χέρια μες στις τσέπες του βλέπει κάπου μακριά
τη θάλασσα να φλέγεται΄γελά.
Τον εμπρηστή τον αναγνώρισε - τι κι αν έφευγε σκυφτός -
τα λαθάκια του τα έκανε κι αυτός.
Σε λίγο, όμως, μια σκέψη ακατάβλητη του γαζώνει τα μυαλά,
ιδρώνουνε τα χέρια του ξανά.
Τον εμπρηστή τον αναγνώρισε - τι κι αν έφευγε σκυφτός -
γιατί ήταν ο ελάχιστος εαυτός.
ο ελάχιστος εαυτός, ο τρελός χορευτής, η κιβωτός των κινήσεων, ο ιχνηλάτης του βέγα. Το πιο ανυπάκουο απ' τα δύο φαντάσματα, εκείνο που είναι του Εγώ το ωμέγα. Είδε την πρώτη ημέρα που χάραξε – απ' όπου ξεκίνησαν τα μυστήρια όλα – γι' αυτό έχει γίνει βέβηλος κι άναρθρος κι αέρας αγιάτρευτος που κουνάει τα δόντια.
Όταν φοβάται τα μαλλιά του αλλάζουνε και γίνονται τένοντες ζώου κυνηγημένου, βελόνες στο δάσος με τ' απόδημα πεύκα ή ακόμα και σώματα στις ράγες του τρένου. Κι ενώ μπορεί να αναγνωρίσει σπαράγματα δε λέει να ξεχωρίσει τη φρίκη απ' το φιρίκι.
Λερώνει με τα πόδια τον ψεύτη ουρανό και κλέβει από την κόλαση ό,τι του ανήκει.
Ο ελάχιστος, λέμε, ο νοσταλγός της αρχής, που το άσπρο στο μάτι του έχει γεμίσει με βρύα, ο ξενιστής των ονείρων, που αλλοιώνει τα σχήματα κι αναγκάζει τον χώρο να παθαίνει ναυτία.
Ο μονοσάνδαλος είλωτας, το άξαφνο ράγισμα, η πόλη, όπου τα κτίρια δεν έχουνε πόρτα, η ένρινη φάλαινα, το κήτος του Ιωνά, το άγριο κόχλασμα που ετοιμάζει τα χόρτα. Αυτός ο ελάχιστος, αυτός ο εαυτός, ίδιος με θόρυβο ψυγείου σ' άδειο σπίτι, που δένει αρμονικά με τον άλλον, του σύμπαντος, και υφαίνουν τον τρόμο και μετά την πίστη.
Παγώνει τον χρόνο, παγώνει το αίμα,
δεν εξελίσσεται,
δεν ερμηνεύει.
Βουτάει τα δάχτυλα στο μέλι της ζωής
κι αυτιστικά – θαρρείς – για πάντα το αναδεύει.
"ο ελάχιστος εαυτός"_θανάσης παπακωνσταντίνου
